Μετάφραση του "flykt" σε Ελληνικά

Οι φυγή, απόδραση, διαφυγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flykt" σε Ελληνικά.

flykt noun common γραμματική

Handlingen att lämna en farlig eller otrevlig situation.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυγή

    noun feminine

    Han kan inte tillbringa resten av sitt liv på flykt.

    Δεν μπορεί να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σαν φυγάς.

  • απόδραση

    noun feminine

    Utan hans hjälp kan jag inte gräva i cellen, och då blir det ingen flykt.

    Κι αν δεν σκάψουμε στο κελί, δεν υπάρχει και απόδραση.

  • διαφυγή

    noun feminine

    Han misslyckades med att hindra min flykt in i världen utanför.

    Απέτυχε να εμποδίσει τη διαφυγή μου στον έξω κόσμο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δραπέτευση
    • φόβος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flykt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flykt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη