Μετάφραση του "from" σε Ελληνικά
Οι ευσεβής, θρησκευόμενος, ευλαβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "from" σε Ελληνικά.
from
adjective
γραμματική
-
ευσεβής
adjective masculineMamma och pappa, deras dröm om from ära.
Ο ευσεβής πόθος της μαμάς και του μπαμπά.
-
θρησκευόμενος
-
ευλαβής
adjectiveHan var en from jude, och han såg till att vi uppfostrades enligt alla de judiska traditionerna.
Ο παππούς ήταν ευλαβής Εβραίος και φρόντισε να ανατραφούμε σε αρμονία με τις εβραϊκές παραδόσεις.
-
θεοσεβής
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " from " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "from" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λουδοβίκος ο Ευσεβής
-
όρος From
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη