Μετάφραση του "frukt" σε Ελληνικά
Οι καρπός, φρούτο, φρούτον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frukt" σε Ελληνικά.
frukt
noun
common
w
γραμματική
söt ätbar del av växt [..]
-
καρπός
noun masculineEn fullt utvecklad äggstock hos en växt, med eller utan andra delar av blomma eller skott förenade med den vid full mognad
De lagstiftningsåtgärder och administrativa och finansiella åtgärder som de rumänska myndigheterna vidtagit börjar nu bära frukt.
Αρχίζουν να αποφέρουν καρπούς τα νομοθετικά, διοικητικά και οικονομικά μέτρα που έλαβαν οι ρουμανικές αρχές.
-
φρούτο
noun neuterBotaniska frukter som används till mat.
Vilken frukt är röd?
Ποιό φρούτο είναι κόκκινο;
-
φρούτον
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- οπωρικό
- οπώρα
- προϊόν
- γέννημα
- Φρούτα
- Καρπός
- ανταμοιβή
- μῆλον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " frukt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "frukt"
Φράσεις παρόμοιες με "frukt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νωπός καρπός
-
γέννημα · καρπός
-
κελυφωτός καρπός
-
τροπικός καρπός
-
σκιάζομαι · τρομάζω · φοβάμαι · φοβούμαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη