Μετάφραση του "fundamental" σε Ελληνικά

Οι θεμελιώδης, βασικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fundamental" σε Ελληνικά.

fundamental Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεμελιώδης

    adjective

    Det finns emellertid en fundamental skillnad mellan riskbedömning och riskhantering.

    Υπάρχει, όμως, μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της εκτίμησης των κινδύνων και του χειρισμού τους.

  • βασικός

    adjective

    Föräldrarnas roll är av fundamental betydelse när det gäller att skydda barn mot den digitala världens faror.

    λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ρόλος των γονέων είναι βασικός στη προστασία των παιδιών τους από τους κινδύνους που απορρέουν από τον ψηφιακό κόσμο·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fundamental " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fundamental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fundamental" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη