Μετάφραση του "fyllning" σε Ελληνικά
Το γέμιση είναι η μετάφραση του "fyllning" σε Ελληνικά.
fyllning
-
γέμιση
noun feminineInga konstgjorda tillsatser får förekomma i fyllningen i den gräddade pirogen.
Δεν επιτρέπεται η παρουσία τεχνητών προσθέτων στη γέμιση του ψημένου προϊόντος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fyllning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fyllning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συσσώρευση ιλύος (σε ταμιευτήρα)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη