Μετάφραση του "fyndighet" σε Ελληνικά
Οι κοίτασμα, επινοητικότητα, ίζημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fyndighet" σε Ελληνικά.
fyndighet
γραμματική
-
κοίτασμα
noun neuterTryck klimattabellerna och sätt dem mot fyndigheterna. Vad?
Τύπωσε και τους κλιματικούς πίνακες, ενάντια στα κοιτάσματα.
-
επινοητικότητα
noun feminineDärför krävdes det mycket fyndighet för att återge texten på begriplig slovenska.
Επομένως, χρειαζόταν αρκετή επινοητικότητα για να αποδοθεί το κείμενο στη σλοβενική με έναν κατανοητό τρόπο.
-
ίζημα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fyndighet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη