Μετάφραση του "fysik" σε Ελληνικά

Οι φυσική, Φυσική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fysik" σε Ελληνικά.

fysik noun common w γραμματική

vetenskap

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσική

    noun feminine

    vetenskap

    En doktorsgrad i fysik eller kemi kommer att räknas som maximalt tre års yrkeserfarenhet.

    Διδακτορικός τίτλος στη φυσική ή χημεία θα υπολογιστεί ως επαγγελματική εμπειρία διαρκείας, το ανώτερο, τριών ετών.

  • Φυσική

    Det var ett tag sen jag hade fysik, men du borde vara en fläck på vägen

    Δεv θυμάμαι καλά τη Φυσική, μα θα ' πρεπε vα έχεις γίvει λιώμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fysik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fysik"

Φράσεις παρόμοιες με "fysik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fysik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη