Μετάφραση του "fysiker" σε Ελληνικά

Οι φυσικός, φυσική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fysiker" σε Ελληνικά.

fysiker noun common γραμματική

En vetenskapsman som studerar eller utövar fysik.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσικός

    noun masculine

    επιστήμονας που κάνει έρευνα στην φυσική

    Du stal en annan fysikers arbete och sa att det var ditt.

    Έκανες καριέρα κλέβοντας την δουλειά άλλου φυσικού και δείχνοντάς την σαν δική σου.

  • φυσική

    noun feminine

    Du stal en annan fysikers arbete och sa att det var ditt.

    Έκανες καριέρα κλέβοντας την δουλειά άλλου φυσικού και δείχνοντάς την σαν δική σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fysiker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fysiker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fysiker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη