Μετάφραση του "gamma" σε Ελληνικά

Οι γάμμα, γάμα, Γάμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gamma" σε Ελληνικά.

gamma noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γάμμα

    noun feminine

    Den skapades med hjälp av gamma - strålning.

    Δημιουργήθηκε από τον βομβαρδισμό τού φυτού με ακτίνες γάμμα.

  • γάμα

    noun feminine

    Särskilt förstärkta för att kunna motstå gamma–, neutron– eller joniserad strålning.

    Που έχει υποστεί ειδική επεξεργασία για να αντέχει σε ακτινοβολία σωματιδίων γάμα, νετρονίων ή ιόντων, ή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gamma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Gamma
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γάμμα

    Vi kan inte ge dem Gamma strålning - efter det som hände med Zooms bror.

    Aπoκλείεται η ακτιvoβoλία Γάμμα... μετά απ'αυτό πoυ συvέβη στov αδερφό τoυ Ζoυμ.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gamma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη