Μετάφραση του "gemensam" σε Ελληνικά

Οι κοινός, συλλογικός, συνδυασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gemensam" σε Ελληνικά.

gemensam adjective γραμματική

halv=

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινός

    adjective masculine

    Försäljningen understryker den gemensamma viljan av en varaktig omstrukturering av banken.

    Η πώληση υπογραμμίζει την κοινή βούληση για εντατική αναδιάρθρωση της τράπεζας.

  • συλλογικός

    masculine

    Begreppet ”gemensam livräddningsutrustning” omfattar arbetsbåtar enligt artikel 10.04 och livflottar.

    Ο όρος «συλλογικός εξοπλισμός διάσωσης» καλύπτει τις λέμβους σύμφωνα με το άρθρο 10.04, και τις σωστικές σχεδίες.

  • συνδυασμένος

    masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συντονισμένος
    • συνδεδεμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gemensam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gemensam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gemensam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη