Μετάφραση του "generell" σε Ελληνικά

Οι γενικός, κυρίως, γενικές υποθέσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "generell" σε Ελληνικά.

generell adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενικός

    adjective masculine

    Generellt sett lever kvinnor längre än män.

    Γενικά οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άντρες.

  • κυρίως

    adjective

    Kommissionen undersökte framför allt införandet av generiska läkemedel på marknaden och konstaterade att innovationen rent generellt minskar.

    Η επιθεώρηση επικεντρώθηκε κυρίως τον τομέα των γενόσημων φαρμάκων.

  • γενικές υποθέσεις

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " generell " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "generell" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γενικές υποθέσεις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "generell" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη