Μετάφραση του "getto" σε Ελληνικά
Το γκέτο είναι η μετάφραση του "getto" σε Ελληνικά.
getto
Noun
γραμματική
-
γκέτο
noun neuterHan är från gettot uppvuxen i ett gängområde.
Καθυστερημένος τύπος του γκέτο, μετά βίας μορφωμένος, που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον συμμοριών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " getto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη