Μετάφραση του "girig" σε Ελληνικά

Οι άπληστος, αδηφάγος, πλεονέκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "girig" σε Ελληνικά.

girig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπληστος

    adjective masculine

    Archy, han är lojal som en hund, men han börjar bli girig.

    Ο Άρτσι είναι πιστό σκυλί αλλά άρχισε να γίνεται άπληστος.

  • αδηφάγος

    noun masculine
  • πλεονέκτης

    10 Job var generös och hjälpsam, inte självisk och girig.

    10 Ο Ιώβ ήταν γενναιόδωρος και πρόθυμος να βοηθάει τους άλλους, όχι ιδιοτελής και πλεονέκτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " girig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "girig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη