Μετάφραση του "given" σε Ελληνικά
Οι δεδομένο, δεδομένος, άκακος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "given" σε Ελληνικά.
given
adjective
verb
noun
γραμματική
-
δεδομένο
noun neuterVid hög permeabilitet är det möjligt att uppnå en lägre grad av järnförlust för varje given plåttjocklek.
Οι κατηγορίες υψηλής διαπερατότητας επιτρέπουν την επίτευξη χαμηλότερων απωλειών στον πυρήνα για κάθε δεδομένο πάχος των φύλλων.
-
δεδομένος
particleHar du gett nyckeln till Tom?
Έχεις δώσει το κλειδί στον Τομ;
-
άκακος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακίνδηνος
- αβλαβής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " given " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "given" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεδομένο
-
αποχωρώ · βγαίνω · εξέρχομαι
-
διεγείρω
-
δίνω
-
αρθρώνω · βγάζω
-
επαινώ · κολακεύω · παινεύω
-
παραγγέλλω
-
γυρίζω · επιστρέφω · ξεπληρώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη