Μετάφραση του "grad" σε Ελληνικά

Οι βαθμός, μοίρα, επίπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grad" σε Ελληνικά.

grad noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαθμός

    noun masculine

    Frankrike har, såvitt avser alla de fyra kriterierna, uppnått en hög grad av varaktig konvergens.

    Η Γαλλία έχει επιτύχει υψηλό βαθμό σταθερής σύγκλισης με γνώμονα και τα τέσσερα κριτήρια.

  • μοίρα

    noun feminine

    Det sägs att man kan mäta graden av civilisation i hur kvinnorna behandlas.

    Λέγεται ότι ο πολιτισμός μιας χώρας εκτιμάται με βάση τη μοίρα των γυναικών.

  • επίπεδο

    noun neuter

    Framstegen på den slovenska marknaden ledde till lägre grad av marknadskoncentration.

    Η πρόοδος στην αγορά της Σλοβακίας οδήγησε σε χαμηλότερο επίπεδο συγκέντρωσης της αγοράς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πτυχίο
    • σκαλί
    • βαθμίδα
    • Μοίρα
    • βαθμοί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grad " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "grad"

Φράσεις παρόμοιες με "grad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grad" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη