Μετάφραση του "gratis" σε Ελληνικά

Οι δωρεάν, ελεύθερος, ανέξοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gratis" σε Ελληνικά.

gratis adjective adverb γραμματική

utan kostnad

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωρεάν

    adverb

    Som redan nämnts finns det detaljhandlare som delar ut vissa produkttyper gratis till sina kunder.

    Ωστόσο, όπως δηλώθηκε ανωτέρω, ορισμένοι έμποροι λιανικής πώλησης διανέμουν μέρος του προϊόντος δωρεάν στους πελάτες τους.

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    δωρεάν

    Spela klart ditt nuvarande kontrakt, så kan du gå gratis nästa år.

    Διατήρησε το παρόν σου συμβόλαιο, κι του χρόνου θα'σαι ελεύθερος.

  • ανέξοδος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gratis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Gratis
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δωρεάν

    adverb

    Gratis utbildning i offentlig regi eller tillhandahållen av andra organisationer än den egna arbetsgivaren de senaste tolv månaderna.

    δωρεάν κατάρτιση που παρασχέθηκε από δημόσια προγράμματα ή οργανισμούς πέρα από τον ίδιο τον εργοδότη, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες·

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gratis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη