Μετάφραση του "grymhet" σε Ελληνικά

Οι ωμότητα, θηριωδία, βαρβαρότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grymhet" σε Ελληνικά.

grymhet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωμότητα

    noun feminine

    Det tar en unik kapacitet av grymhet att göra detta mot en annan människa.

    Χρειάζεται μία μοναδική ικανότητα για ωμότητα για να το κάνεις αυτό σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα.

  • θηριωδία

    noun feminine

    Avgörande bevis på grymheterna som utförts av Selene.

    Αποδεικτικά στοιχεία για τη θηριωδία που διέπραξε η Σελίν.

  • βαρβαρότητα

    feminine

    Den turkiska militärpolisen reagerade på detta med en grymhet och omänsklighet som är svår att föreställa sig.

    Η τουρκική στρατιωτική αστυνομία αντέδρασε αμέσως με απίστευτη βαρβαρότητα και απανθρωπιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκληρότητα
    • απονιά
    • ασπλανία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grymhet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grymhet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη