Μετάφραση του "gudfruktig" σε Ελληνικά

Οι θεοφοβούμενος, ευσεβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gudfruktig" σε Ελληνικά.

gudfruktig
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεοφοβούμενος

    adjective masculine

    De onda människorna tillintetgjordes, men både jorden och den gudfruktige Noa och hans hushåll bevarades.

    Οι πονηροί άνθρωποι καταστράφηκαν, αλλά η γη καθώς και ο θεοφοβούμενος Νώε και η οικογένειά του παρέμειναν.

  • ευσεβής

    adjective masculine

    Jag hade skickat iväg er om jag inte vore en gudfruktig man.

    Θα σας είχα διώξει όλους αν δεν ήμουν ευσεβής άνθρωπος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gudfruktig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gudfruktig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη