Μετάφραση του "hals" σε Ελληνικά

Οι λαιμός, αυχένας, τράχηλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hals" σε Ελληνικά.

hals noun common γραμματική

Den främre delen av halsen. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαιμός

    noun masculine

    Den del av kroppen (som finns hos vissa djur däribland människan) som förenar huvudet och överkroppen.

    Och jag skulle inte kunna svara för att min hals vore helt uppsvullen då.

    Kι εγώ δε θα μπορούσα να τους πω γιατί θα είχε κλείσει ο λαιμός μου.

  • αυχένας

    noun masculine

    Av nötkroppar skall prover tas på tre områden (lår, flank, hals).

    Για τα σφάγια βοοειδών λαμβάνονται δείγματα από τρία σημεία (μηρός, λαγόνες, αυχένας).

  • τράχηλος

    noun masculine

    Injektionsstället skall vara på gränsen mellan den främre och mellersta tredjedelen av halsen.

    Τα σημεία έγχυσης βρίσκονται στο όριο πρόσθιου και μεσαίου τρίτου του τραχήλου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τραχεία
    • Αυχένας
    • λαιμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hals " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hals"

Φράσεις παρόμοιες με "hals" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλτ
  • τραβώ
  • hal
    απαλός · γλιστερός · λείος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hals" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη