Μετάφραση του "handling" σε Ελληνικά

Οι πράξη, δράση, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handling" σε Ελληνικά.

handling noun common γραμματική

i berättelse [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πράξη

    noun feminine

    De uppgifter som överlåts ska anges i den handling genom vilken delegeringen sker.

    Η πράξη μεταβίβασης ορίζει τα καθήκοντα, που ανατίθενται στους εντολοδόχους, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

  • δράση

    noun feminine

    För att omvandla tanke till handling och uppnå konkreta resultat krävs effektiva mekanismer och genomförandestrukturer.

    Η πρόοδος απαιτεί να μετατραπεί η δέσμευση σε δράση μέσω αποτελεσματικών μηχανισμών και δομών εφαρμογής.

  • ενέργεια

    noun feminine

    Befälhavaren ska utan dröjsmål rapportera alla olagliga handlingar till den behöriga myndigheten och informera den behöriga lokala myndigheten.

    Ο κυβερνήτης υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση αναφορά στην αρμόδια αρχή για έκνομη ενέργεια και ενημερώνει την ορισμένη τοπική αρχή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλοκή
    • υπόθεση
    • άθλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "handling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη