Μετάφραση του "hatt" σε Ελληνικά

Οι καπέλο, καπέλλο, πίλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hatt" σε Ελληνικά.

hatt noun common w γραμματική

huvudbonad [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπέλο

    noun neuter

    Ett klädesplagg avsett att täcka huvudet som är tillverkat av ett material fast nog för att ha en form oberoende av skallen, och som vanligen har ett brätte.

    Hon hade på sig en svart hatt.

    Φορούσε ένα μαύρο καπέλο.

  • καπέλλο

    noun

    Din kollega såg en man i hatt.

    Ο συνεργάτης σου είδε έναν κύριο με καπέλλο.

  • πίλος

    noun masculine

    Hatt: halvklotformig sedan konvex och slutligen jämn och utbredd; torr och sammetslen hatthud, i brons- och koppartoner, särskilt hos de fullvuxna exemplaren.

    πίλος: ημισφαιρικός, κατόπιν κυρτός, τέλος επίπεδος-πεπλατυσμένος: επιδερμίδα ξηρή και βελούδινη, αποχρώσεις ορείχαλκου-χαλκού, ιδίως μετά την ενηλικίωση·

  • περισπωμένι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hatt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hatt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη