Μετάφραση του "hinder" σε Ελληνικά
Οι εμπόδιο, διαχωριστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hinder" σε Ελληνικά.
hinder
noun
neuter
γραμματική
Något som stoppar; något som är i vägen, håller tillbaka eller skapar problem.
-
εμπόδιο
noun neuterDär belyses även de hinder som kvinnor möter om de vill arbeta.
Επικεντρώνεται επίσης στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες αν θέλουν να εργαστούν.
-
διαχωριστικό
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hinder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "hinder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δυσκολεύω · εμποδίζω · ενοχλώ · παρεμποδίζω · σταματώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη