Μετάφραση του "hor" σε Ελληνικά
Το μοιχεία είναι η μετάφραση του "hor" σε Ελληνικά.
hor
noun
neuter
γραμματική
-
μοιχεία
noun feminineLady Judith, ni har befunnits skyldig till hor.
Αρχόντισσα Τζούντιθ, κρίθηκες ένοχη για μοιχεία απέναντι στον νόμιμο σύζυγό σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη