Μετάφραση του "hor" σε Ελληνικά

Το μοιχεία είναι η μετάφραση του "hor" σε Ελληνικά.

hor noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοιχεία

    noun feminine

    Lady Judith, ni har befunnits skyldig till hor.

    Αρχόντισσα Τζούντιθ, κρίθηκες ένοχη για μοιχεία απέναντι στον νόμιμο σύζυγό σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εκδίδομαι · εκπορνεύομαι · ιερόδουλη · πουτάνα · πόρνη · πόρνος · σκύλα · τσουλί · τσούλα
  • εκδίδομαι · εκπορνεύομαι
  • Τσουρτούγουζους
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη