Μετάφραση του "hov" σε Ελληνικά

Οι οπλή, αυλή, πόδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hov" σε Ελληνικά.

hov noun verb common neuter w γραμματική

hästfot [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπλή

    noun feminine

    Han är inget annat än en hoptryckt flyga på min hov, si?

    Δεν είναι παρά σαν μια λιωμένη μύγα στην οπλή μου.

  • αυλή

    noun feminine

    Tack för att vi får komma till ert hov.

    Σας ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε στην αυλή σας.

  • πόδι

    noun neuter

    Han vet mer om hovar än hästen själv.

    Ξέρει για το πόδι του αλόγου περισσότερα από όσα το ίδιο το άλογο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hov " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Hov
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυλή

    noun

    Tack för att vi får komma till ert hov.

    Σας ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε στην αυλή σας.

Εικόνες με "hov"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hov" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη