Μετάφραση του "hungrig" σε Ελληνικά

Οι πεινασμένος, νηστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hungrig" σε Ελληνικά.

hungrig adjective γραμματική

Med önskan efter mat; med ett fysiskt behov av mat.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεινασμένος

    adjective masculine

    Jag är hungrig för jag har inte ätit lunch.

    Είμαι πεινασμένος επειδή δεν έφαγα μεσημεριανό.

  • νηστικός

    adjective

    Nästan en miljard människor lägger sig hungriga varje kväll.

    Σχεδόν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι πηγαίνουν για ύπνο νηστικοί κάθε βράδυ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hungrig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hungrig"

Φράσεις παρόμοιες με "hungrig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hungrig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη