Μετάφραση του "ikon" σε Ελληνικά

Οι εικόνα, εικόνισμα, εικονίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ikon" σε Ελληνικά.

ikon noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εικόνα

    noun feminine

    Jag tvättade penslar i tre år åt Daniil innan jag fick röra ikonerna.

    3 χρόνια έπλενα τα πινέλα του Ντανίλα, μέχρι να μου εμπιστευθεί μιά εικόνα.

  • εικόνισμα

    noun neuter

    Texten säger att den var en religiös artefakt, en ikon.

    Το κείμενο λέει ότι ήταν θρησκευτικό κειμήλιο, ένα εικόνισμα.

  • εικονίδιο

    noun neuter

    Nej jag vill klicka på ikonen så jag kommer in direkt...

    Όχι δεν είναι, επειδή πατούσα το εικονίδιο και έκανα κάτι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • είδωλο
    • αναπαράσταση
    • πρότυπο
    • ίνδαλμα
    • απεικόνιση
    • παράσταση
    • Αγιογραφία
    • απείκασμα
    • απεικόνισμα
    • ομοίωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ikon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ikon"

Φράσεις παρόμοιες με "ikon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ikon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη