Μετάφραση του "illegal" σε Ελληνικά

Οι παράνομος, άνομος, έκνομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "illegal" σε Ελληνικά.

illegal
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράνομος

    adjective masculine

    Det är viktigt för oss att klargöra att illegal sysselsättning inte längre kommer att tolereras.

    Είναι σημαντικό για μας να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν θα ανεχτούμε πλέον την παράνομη εργασία.

  • άνομος

    adjective
  • έκνομος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " illegal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "illegal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "illegal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη