Μετάφραση του "immunitet" σε Ελληνικά

Οι απαλλαγή, ανοσία, εξαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "immunitet" σε Ελληνικά.

immunitet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαλλαγή

    noun feminine

    Chiquita beviljas därför immunitet mot de böter som företaget annars skulle ha ålagts.

    Στην Chiquita χορηγήθηκε απαλλαγή από κάθε πρόστιμο που διαφορετικά θα της είχε επιβληθεί.

  • ανοσία

    noun

    Några av de tidigaste människor vaccinerade Förlorar sin immunitet och börjar vända.

    Μερικοί από αυτούς που εμβολιάστηκαν νωρίς έχαναν την ανοσία τους και μεταλλάσσονταν.

  • εξαίρεση

    noun

    Immuniteten för statstjänstemän har redan strukits ur de internationella fördragen, även folkmordskonventionen.

    Έχει ήδη οριστεί η εξαίρεση της ασυλίας κρατικών αξιωματούχων από τις διεθνείς συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης σχετικά με τις γενοκτονίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immunitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Immunitet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασυλία

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

    Immunitet och ledamöters rätt att inte vittna

    Ασυλία και δικαίωμα άρνησης να εμφανίζονται ως μάρτυρες

  • Ανοσία

    Immunitet mot infektion erhålls vanligtvis efter cirka tre dagar och varar i upp till ett år

    Η ανοσία κατά της λοίμωξης επιτυγχάνεται συνήθως μετά από τρεις ημέρες και διαρκεί μέχρι και ένα έτος

Φράσεις παρόμοιες με "immunitet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immunitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη