Μετάφραση του "impotens" σε Ελληνικά

Οι ανικανότητα, ερωτική ανικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impotens" σε Ελληνικά.

impotens
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανικανότητα

    noun

    Illegal import av noshörningsben eller tigerben för att bota akne och impotens?

    Με το να εισάγεις κέρατο ρινόκερου, για να θεραπεύεσεις κάτι, όπως η ανικανότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impotens " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Impotens
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερωτική ανικανότητα

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impotens" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη