Μετάφραση του "index" σε Ελληνικά
Οι ευρετήριο, δείκτης, πίνακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "index" σε Ελληνικά.
-
ευρετήριο
noun neuterDe är också öppna, men utan index på Apache.
Έχουν κι αυτοί ανοιχτό κώδικα, αλλά ο Αpache εδώ δεν έχει ευρετήριο.
-
δείκτης
noun masculineFastställande index som sätter priset för avtalet, eller referenspriset för derivat.
Ο δείκτης που καθορίζει την τιμή για τη σύμβαση ή η τιμή αναφοράς για τα παράγωγα.
-
πίνακας
noun masculineDetta index skall innehålla hänvisningar till tillfälliga arbetsregister som behandlas inom ramen för Eurojust.
Ο πίνακας περιλαμβάνει αναφορές στα προσωρινά αρχεία εργασίας που αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στα πλαίσια της Eurojust.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατάλογος
- τιμάριθμος
- πίνακας περιεχομένων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " index " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ευρετήριο
Du kan hitta andra kartor med hjälp av Index till Vakttornets publikationer.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το Ευρετήριο Εκδόσεων Σκοπιάς για να εντοπίσετε και άλλους χάρτες.
Εικόνες με "index"
Φράσεις παρόμοιες με "index" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βιοτικός δείκτης
-
ευρετήριο αναζήτησης πλήρους κειμένου
-
Δείκτης Δημοκρατικότητας
-
μοναδικό ευρετήριο
-
δείκτης απόδοσης κόστους