Μετάφραση του "ingivelse" σε Ελληνικά
Οι παρόρμηση, ορμέμφυτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingivelse" σε Ελληνικά.
ingivelse
-
παρόρμηση
noun feminineKommer dessa iakttagelser ur stundens ingivelse, eller är de uttänkta i förväg?
Αυτές οι φιλοφρονήσεις απορρέουν από παρόρμηση της στιγμής ή είναι αποτέλεσμα πρότερης σκέψης
-
ορμέμφυτο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ingivelse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη