Μετάφραση του "ingivelse" σε Ελληνικά

Οι παρόρμηση, ορμέμφυτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingivelse" σε Ελληνικά.

ingivelse
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρόρμηση

    noun feminine

    Kommer dessa iakttagelser ur stundens ingivelse, eller är de uttänkta i förväg?

    Αυτές οι φιλοφρονήσεις απορρέουν από παρόρμηση της στιγμής ή είναι αποτέλεσμα πρότερης σκέψης

  • ορμέμφυτο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ingivelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ingivelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη