Μετάφραση του "inloggning" σε Ελληνικά

Το σύνδεση είναι η μετάφραση του "inloggning" σε Ελληνικά.

inloggning Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεση

    noun

    Sökväg till katalog som innehåller körbara program som ska köras vid inloggning till sessionen

    Διαδρομή του καταλόγου που περιέχει εκτελέσιμα που θα εκκινήσουν κατά τη σύνδεση συνεδρίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inloggning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inloggning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inloggning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη