Μετάφραση του "intervall" σε Ελληνικά

Οι διάστημα, εύρος, διάλειμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intervall" σε Ελληνικά.

intervall Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάστημα

    noun neuter

    Kan endast vara starttidpunkt för löpande mätningar eller ett intervall.

    Δύναται να είναι μόνο χρόνος έναρξης για τρέχουσες μετρήσεις ή διάστημα.

  • εύρος

    noun

    Sammansättningslistan anger intervall för materialsammansättning för de olika kategorierna.

    Ο κατάλογος σύστασης περιέχει το εύρος συστάσεων κάθε κατηγορίας.

  • διάλειμμα

    noun neuter

    Påskynda processen antingen genom att blåsa in luft eller företrädesvis en inert gas i intervaller eller använd undertryck.

    Διευκολύνουμε την απομάκρυνση αυτή είτε δι' εμφυσήσεως, κατά διαλείμματα αέρος, ή προτιμότερο αδρανούς αερίου, είτε διά μειώσεως της πιέσεως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Διάστημα
    • περιοχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intervall " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intervall
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διάστημα (μουσική)

Φράσεις παρόμοιες με "intervall" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intervall" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη