Μετάφραση του "intim" σε Ελληνικά

Οι στενός, κοντινός, ενδόμυχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intim" σε Ελληνικά.

intim γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενός

    adjective masculine

    Större vikt läggs vid investeringar och intimare samordning och samarbete med de internationella finansinstituten eftersträvas.

    Τίθεται μεγαλύτερο βάρος σε επενδύσεις και επιδιώκεται στενότερος συντονισμός και συνεργασία με τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

  • κοντινός

    adjective masculine
  • ενδόμυχος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσωπικός
    • ιδιωτικός
    • οικείος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη