Μετάφραση του "investering" σε Ελληνικά
Οι επένδυση, Επένδυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "investering" σε Ελληνικά.
investering
-
επένδυση
noun feminineFörvärv av aktierna i ett företag ska i sig inte utgöra en investering.
Η απλή εξαγορά των μετοχών μιας επιχείρησης δεν συνιστά επένδυση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " investering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Investering
-
Επένδυση
Investeringar, räntabilitet, kassaflöde och kapitalanskaffningsförmåga
Επενδύσεις, απόδοση των επενδύσεων, ταμειακές ροές και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων
Φράσεις παρόμοιες με "investering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επένδυση σε περιφερειακό επίπεδο
-
ξένη επένδυση
-
διεθνής επένδυση
-
ιδιωτική επένδυση
-
επένδυση για τον έλεγχο της ρύπανσης
-
κανόνες επενδύσεων
-
δημόσια επένδυση
-
εισόδημα επένδυσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη