Μετάφραση του "isolerad" σε Ελληνικά

Οι απομονωμένος, χωριστός, μεμονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolerad" σε Ελληνικά.

isolerad verb
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απομονωμένος

    adjective masculine

    Destinationen är isolerat belägen och det finns inte något användbart alternativ för destinationen.

    ο προορισμός είναι απομονωμένος και δεν υπάρχει κανένας κατάλληλος εναλλακτικός προορισμός.

  • χωριστός

    adjective

    Vi måste alla agera tillsammans och inte var för sig med isolerade insatser.

    Πρέπει να καταβάλουμε κοινές προσπάθειες, και όχι να δρούμε χωριστά με μεμονωμένες ενέργειες.

  • μεμονωμένος

    Mätningarna kan antingen utföras på enskilda isolerade fordon i trafik eller på speciella sträckor under kontrollerade villkor.

    Οι μετρήσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν είτε σε μεμονωμένα οχήματα σε κυκλοφορία είτε σε συγκεκριμένες διαδρομές υπό ελεγχόμενες συνθήκες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανεξάρτητος
    • περιστασιακός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolerad " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "isolerad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απομονωμένοι χώροι αποθήκευσης
  • αποκλείνω · απομονώνω · μονώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolerad" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη