Μετάφραση του "janitsjar" σε Ελληνικά

Το γενίτσαρος είναι η μετάφραση του "janitsjar" σε Ελληνικά.

janitsjar
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενίτσαρος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " janitsjar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "janitsjar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "janitsjar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη