Μετάφραση του "kock" σε Ελληνικά

Οι μάγειρας, μάγειρος, αρχιμάγειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kock" σε Ελληνικά.

kock noun common w γραμματική

En person som förberedde en måltid. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάγειρας

    noun masculine

    person anställd att laga mat åt andra personer [..]

    Jag älskar att äta, jag tänkte bli kock ett tag.

    Μ'αρέσει να τρώω, κάποτε σκεφτόμουν να γίνω μάγειρας.

  • μάγειρος

    noun masculine

    En person som har till yrke att förbereda mat för kunder.

    Du vet hur tufft det är att vara kock.

    Ξέρεις πόσο ευαίσθητοι μπορούν να γίνουν οι μάγειροι.

  • αρχιμάγειρος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαγείρισσα
    • αρχιμάγειρας
    • βράζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kock"

Φράσεις παρόμοιες με "kock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη