Μετάφραση του "kol" σε Ελληνικά

Οι άνθρακας, κάρβουνο, γαιάνθρακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kol" σε Ελληνικά.

kol noun neuter w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνθρακας

    noun masculine

    Elektricitet, kol och koks omfattas för närvarande inte av punktskatt i Lettland.

    Η ηλεκτρική ενέργεια, ο άνθρακας και ο οπτάνθρακας δεν αποτελούν αντικείμενο ειδικού φόρου κατανάλωσης στη Λετονία.

  • κάρβουνο

    noun neuter

    Han äter all sin kol och får mycket sömn.

    Tρώει όλο του το κάρβουνο και κοιμάται πολύ.

  • γαιάνθρακας

    noun

    Gas och kol kommer att vara viktiga när vi ersätter kärnkraften.

    Το φυσικό αέριο και ο γαιάνθρακας θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αντικατάσταση της πυρηνικής ενέργειας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λιθάνθρακας
    • ξυλάνθρακας
    • πετροκάρβουνο
    • ξυλοκάρβουνο
    • Άνθρακας
    • Γαιάνθρακας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

KOL abbreviation
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ΧΑΠ

    abbreviation feminine

    Sanohex används för behandling av andningssvårigheter orsakade av astma och kronisk obstruktiv lungsjukdom (KOL

    Το Sanohex χορηγείται για τη θεραπεία αναπνευστικών δυσχερειών που προκαλούνται από το άσθμα και τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ

Εικόνες με "kol"

Φράσεις παρόμοιες με "kol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη