Μετάφραση του "koma" σε Ελληνικά

Οι κώμα, λήθαργος, κώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koma" σε Ελληνικά.

koma noun common γραμματική

tillstånd av djup medvetslöshet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κώμα

    noun neuter

    Ett medvetslöst tillstånd från vilket man ej säkert vaknar upp, vanligen orsakat av någon form av trauma.

    Konsumtion av skaldjur som innehåller gifter kan orsaka svår sjukdom, alltifrån kräkningar till koma.

    Η κατανάλωση τοξικών οστρακοειδών μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ασθένειες, τα συμπτώματα των οποίων ποικίλουν από έμετο έως κώμα.

  • λήθαργος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Koma
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κώμα

    noun

    Konsumtion av skaldjur som innehåller gifter kan orsaka svår sjukdom, alltifrån kräkningar till koma.

    Η κατανάλωση τοξικών οστρακοειδών μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ασθένειες, τα συμπτώματα των οποίων ποικίλουν από έμετο έως κώμα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη