Μετάφραση του "komiker" σε Ελληνικά
Οι κωμικός, ἡθοποιός κωμωδίας, ὁ κωμικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "komiker" σε Ελληνικά.
komiker
noun
common
γραμματική
-
κωμικός
person som underhåller en publik och får dem att skratta
Ja, men det är som om en annan komiker stjäl mitt material.
Είναι σαν κάποιος άλλος κωμικός να μου κλέβει το υλικό.
-
ἡθοποιός κωμωδίας
-
ὁ κωμικός
-
ὁ κωμω-διογράφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " komiker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη