Μετάφραση του "koncentration" σε Ελληνικά

Οι αυτοσυγκέντρωση, συγκέντρωση, απορρόφηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koncentration" σε Ελληνικά.

koncentration noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοσυγκέντρωση

    feminine

    Det tar tid, koncentration och ansträngning att tillverka dem.

    Παίρνει πολύ χρόνο, αυτοσυγκέντρωση και προσπάθεια να τα φτειάξει.

  • συγκέντρωση

    noun feminine

    Kommissionen uppmanar berörda tredje parter att till den lämna eventuella synpunkter på den föreslagna koncentrationen.

    Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να της υποβάλουν τυχόν παρατηρήσεις για τη σχεδιαζόμενη συγκέντρωση.

  • απορρόφηση

    noun feminine

    Det stora upptaget av kalium, som marken är rik på, ger en koncentration av värdefulla essentiella oljor i skalets oljeporer.

    Η μεγαλύτερη απορρόφηση καλίου, το οποίο αφθονεί στο έδαφος, καθορίζει την υψηλή περιεκτικότητα των ελαιοφόρων αδένων του φλοιού σε πολύτιμα αιθέρια έλαια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μυαλό
    • εμπλουτισμός
    • Εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων
    • εκφράσεις περιεκτικότητας και συγκέντρωσης διαλυμάτων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koncentration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "koncentration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koncentration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη