Μετάφραση του "koncession" σε Ελληνικά
Οι παραχώρηση, άδεια, εκχώρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koncession" σε Ελληνικά.
koncession
noun
common
γραμματική
-
παραχώρηση
noun feminineFörslaget innehåller även riktlinjer för den längsta varaktigheten för koncessioner.
Παρέχει επίσης αναφορές ως προς τη μέγιστη διάρκεια των παραχωρήσεων.
-
άδεια
noun feminineVarje koncession får omfatta ett eller flera block eller delar av block.
Κάθε άδεια παραγωγής μπορεί να περιλαμβάνει μία ή περισσότερες ενότητες ή ένα ή περισσότερα τμήματα ενοτήτων.
-
εκχώρηση
noun feminineI en rad medlemsstater har man redan börjat se över den traditionella förvaltningsrätten avseende koncessioner.
Η επανεξέταση του υφιστάμενου διοικητικού δικαίου σχετικά με την εκχώρηση εκμετάλλευσης έχει ήδη ξεκινήσει σε ορισμένα κράτη μέλη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " koncession " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "koncession" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραχώρηση υπηρεσιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη