Μετάφραση του "konformitet" σε Ελληνικά

Οι συμμόρφωση, ευπείθεια, συμμορφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "konformitet" σε Ελληνικά.

konformitet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμόρφωση

    noun feminine

    Jag ville erkännas för mitt bidrag till hans bok om konformitet.

    Υπέθεσα ότι θα με αναγνώριζε στο βιβλίο που έκανα έρευνα... γι'αυτόν, ένα βιβλίο σχετικά με τη συμμόρφωση.

  • ευπείθεια

    noun feminine
  • συμμορφία

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " konformitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "konformitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη