Μετάφραση του "koppling" σε Ελληνικά

Οι συμπλέκτης, δεσμός, συσχέτιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koppling" σε Ελληνικά.

koppling noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπλέκτης

    noun masculine

    Elektromagnetiska kopplingar för användning i kompressorer till luftkonditioneringsapparater för motorfordon ()

    Ηλεκτρομαγνητικός συμπλέκτης, προς χρήση στη κατασκευή συμπιεστών για κλιματιστικά συστήματα μηχανοκινήτων οχημάτων ()

  • δεσμός

    noun

    Det ideella arbetet ökar det sociala kapitalet i ett samhälle avsevärt eftersom det skapar nätverk och kopplingar.

    Οι δραστηριότητες του εθελοντισμού αυξάνουν αισθητά το κοινωνικό κεφάλαιο μίας κοινωνίας, επειδή δημιουργούν δίκτυα και κοινωνικούς δεσμούς.

  • συσχέτιση

    Noun

    Rutinen för avbrytande av en samordning skall säkerställa kopplingen till en tidigare gjord anmälan eller samordning.

    Η διαδικασία της ακύρωσης συντονισμού εξασφαλίζει τη συσχέτιση με την προηγηθείσα διαδικασία αναγγελίας ή συντονισμού που ακυρώνεται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμπραγιάζ
    • συνεργασία
    • συνένωση
    • γραμμή σύνδεσης
    • λογισμικό σύνδεσης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koppling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Koppling
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συμπλέκτης

    (29) lamellkoppling: koppling där flera friktionsfogar är anordnade parallellt, varigenom alla friktionspar får samma presskraft.

    29) «Συμπλέκτης πολλαπλών δίσκων»: συμπλέκτης με παράλληλη διάταξη ενός αριθμού επιφανειών τριβής έτσι ώστε σε κάθε ζεύγος τριβής να ασκείται η ίδια δύναμη πίεσης.

Φράσεις παρόμοιες με "koppling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koppling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη