Μετάφραση του "kork" σε Ελληνικά

Οι φελλός, Φελλός, πώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kork" σε Ελληνικά.

kork noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φελλός

    noun masculine

    Naturkork, obearbetad eller enkelt förarbetad; korkavfall; krossad, granulerad eller malen kork

    Φελλός φυσικός ακατέργαστος ή απλώς παρασκευασμένος( απορρίμματα από φελλό( φελλός σε θραύσματα, κόκκους ή σκόνη

  • Φελλός

    Naturkork, obearbetad eller enkelt förarbetad; korkavfall; krossad, granulerad eller malen kork

    Φελλός φυσικός ακατέργαστος ή απλώς παρασκευασμένος. Απορρίμματα από φελλό.

  • πώμα

    noun

    Nederdelen består av en mutter och en sockel som sätts på korken respektive plastproppen.

    Το κατώτερο τμήμα αποτελείται από το περικόχλιο και μία βάση που εδράζεται στο πώμα.

  • τάπα

    noun

    Varför försöker du inte stoppa en kork i den då?

    Γιατί δεν προσπαθείς να το κλείσεις με μια τάπα;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kork " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kork"

Φράσεις παρόμοιες με "kork" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kork" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη