Μετάφραση του "korrigering" σε Ελληνικά
Οι διόρθωση, αποκατάσταση, επανόρθωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korrigering" σε Ελληνικά.
korrigering
-
διόρθωση
noun feminineFörenade kungariket ska beviljas en korrigering när det gäller obalanser i budgeten.
Παραχωρείται στο Ηνωμένο Βασίλειο διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών.
-
αποκατάσταση
nounInvesteringarna minskade på grund av korrigeringen av bostadsmarknaden.
Με την αποκατάσταση της στεγαστικής αγοράς οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν.
-
επανόρθωση
nounBeslut om korrigering av rättstekniska brister och luckor samt tillägg av några innehållsmässiga ändringar i gruvbeslutet
Διάταγμα για την επανόρθωση νομικοτεχνικών ελλείψεων και κενών και την εφαρμογή ορισμένων τροποποιήσεων περιεχομένου στο διάταγμα περί ορυχείων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " korrigering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "korrigering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βελτιστοποιημένη ενημέρωση · ενημέρωση κώδικα περιορισμένης έκτασης
-
Διορθώσεις
-
έκδοση γενικής διανομής
-
ιδιωτική διόρθωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη