Μετάφραση του "korsning" σε Ελληνικά

Οι διασταύρωση, σταυροδρόμι, υβρίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korsning" σε Ελληνικά.

korsning noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασταύρωση

    noun feminine

    Han bad vid varje korsning för att få veta vilket håll han skulle gå.

    Προσευχόταν σε κάθε διασταύρωση για να μάθει προς τα πού να στρίψει.

  • σταυροδρόμι

    noun neuter

    Ni star vid en skiljeväg, en korsning i era liv.

    Βρίσκεστε σ'έναν κόμβο, στο σταυροδρόμι της ζωής σας.

  • υβρίδιο

    noun neuter

    Barnet är en korsning... Den enda produkten av våran framgångsrika parning med människor.

    Το παιδί είναι υβρίδιο, το μοναδικό δείγμα επιτυχίας του ζευγαρώματός μας με τους ανθρώπους.

  • διάβαση

    noun feminine

    inte har korsningar i plan med några vägar, järnvägar eller spårvagnsspår eller gångstigar, och

    δεν διασταυρώνεται στο ίδιο επίπεδο με άλλη οδό, με σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική γραμμή ή με διάβαση πεζών και

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korsning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "korsning"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korsning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη