Μετάφραση του "kort" σε Ελληνικά

Οι κοντός, φωτογραφία, κάρτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kort" σε Ελληνικά.

kort adjective noun neuter γραμματική

pappersark [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοντός

    adjective masculine

    αντικείμενο με μικρό μήκος [..]

    Dom misstänker en kort man med råttaktigt hår och tjocka glasögon.

    Ο ύποπτος είναι ένας άνδρας κοντός, με μαλλιά καρφάκια, και χοντρά γυαλιά.

  • φωτογραφία

    noun feminine

    En avbildning fångad av en kamera eller annan apparat och reproducerad som en bild, vanligen på en ljuskänslig yta och skapad genom en kemisk reaktion av ljus eller strålningsenergi.

    Eftersom alla numera har mobilkamera har vi ett kort som togs precis innan Nolan sköts.

    Αφού όλοι έχουνε ένα κινητό με κάμερα τώρα, βρήκαμε μία φωτογραφία που τραβήχτηκε ακριβώς πριν πυροβοληθεί ο Νόλαν.

  • κάρτα

    noun feminine

    Förnamnet på den förare till vilken kortet utfärdats.

    Όνομα του οδηγού στον οποίο χορηγήθηκε η κάρτα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μικρός
    • χαρτί
    • κάρτα προσαρμογέα
    • απότομος
    • προσαρμογέας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη