Μετάφραση του "kringutrustning" σε Ελληνικά

Οι περιφερειακός, περιφερειακή μονάδα, περιφερειακή συσκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kringutrustning" σε Ελληνικά.

kringutrustning
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιφερειακός

    adjective masculine
  • περιφερειακή μονάδα

    Linjär eller utstrålningsskyddad kringutrustning

    Γραμμική ή ανθεκτική στην ακτινοβολία περιφερειακή μονάδα

  • περιφερειακή συσκευή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kringutrustning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kringutrustning
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Περιφερειακή συσκευή

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kringutrustning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη